κύκλῳ

κύκλῳ
кругом

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "κύκλῳ" в других словарях:

  • κύκλω — κύκλῳ (Α) βλ. κύκλος …   Dictionary of Greek

  • κυκλώ — (I) κυκλῶ, έω (Α) [κύκλος] 1. μεταφέρω με άμαξα («κυκλήσομεν ἐνθάδε νεκρούς», Ομ. Ιλ.) 2. κινώ γύρω γύρω, κυκλικά, περιφέρω («πόδα... ἀνὰ κύκλον κυκλεῑς», Αριστοφ.) 3. (αμτβ.) επανέρχομαι περιοδικώς («πολλαὶ κυκλοῡσι νύκτες ἡμέραι τ ἴσαι», Σοφ.)… …   Dictionary of Greek

  • κυκλῶ — κυκλάζω go round about fut ind act 1st sg (attic epic ionic) κυκλέω wheel along pres subj act 1st sg (attic epic doric) κυκλέω wheel along pres ind act 1st sg (attic epic doric) κυκλόω encircle pres subj act 1st sg κυκλόω encircle pres ind act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυκλῷ — κυκλάζω go round about fut opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κύκλω — κύκλος ring masc nom/voc/acc dual κύκλος ring masc gen sg (doric aeolic) κυκλόω encircle pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) κυκλόω encircle imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κύκλῳ — κύκλος ring masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κύκλωι — κύκλῳ , κύκλος ring masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κύκλος — Κάθε καμπύλη του επιπέδου που αποτελεί τον γεωμετρικό τόπο των σημείων του που ισαπέχουν από ένα ορισμένο σημείο. Αν Ε είναι ένα επίπεδο, Ο ένα σημείο του και ρ θετικός αριθμός, τότε υπάρχει ένας και μόνο ένας κ. του επιπέδου Ε με την ιδιότητα… …   Dictionary of Greek

  • περιρρέω — ΝΜΑ 1. (για υγρό) ρέω, κυλώ γύρω από κάποιον ή από κάτι, περιβρέχω, περιχύνω κάποιον ή κάτι («νῆσον περιρρέει Νεῑλος», Ηρόδ.) 2. παθ. περιρρέομαι περιβάλλομαι από νερό, περιβρέχομαι («περιερρεῑτο δ αὕτη ὑπὸ τοῡ Μάσκα κύκλῳ», Ξεν.) αρχ. 1. (για… …   Dictionary of Greek

  • окроугъ — ОКРОУГ|Ъ 1 (3*), А с. 1.Ограда: и ˫ако пчелы срищущесѧ. подвигъ имуще. близь округа приити. мои(х) словъ на послушанье. (τῆς κιγκλίδος) ГБ к. XIV, 132б. 2. Поворот. Перен.: и нынѣ в похвалу. слово ми находѧ. ˫ако ѡкругъ. нѣкако на предлежащее… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • окрьстъ — (100) нар. и предл. I. Нар. Вокруг, кругом: древа различьна˫а и вс˫ачьска˫а сто˫ахѹть. ѡва хытростию ѹстроѥна. ѡва же сама растѹща˫а же ѡкрьстъ ѡгражена и покрыта ѿвсюдѹ. (κύκλῳ) ЖФСт к. XII, 44; и дадѧ(т) имъ по одинои свѣщи. въ ѥдинъ ѹнькию.… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»